ετερήμερος

ἑτερήμερος, -ον (Α)
1. αυτός που ζει μέρα παρά μέρα (για τους Διοσκούρους)
2. αυτός που συμβαίνει μέρα παρά μέρα.
επίρρ...
ἑτερημέρως
(Μ) μέρα παρά μέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + -ήμερος (< ημέρα), πρβλ. τρι-ήμερος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερήμερος — on alternate days masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερημέρως — ἑτερήμερος on alternate days adverbial ἑτερήμερος on alternate days masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερήμερον — ἑτερήμερος on alternate days masc/fem acc sg ἑτερήμερος on alternate days neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερημέροις — ἑτερήμερος on alternate days masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερημέρου — ἑτερήμερος on alternate days masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερημέρους — ἑτερήμερος on alternate days masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερήμεροι — ἑτερήμερος on alternate days masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερημερία — ἑτερημερία, ἡ (Α) [ετερήμερος] τό να ζει κάποιος μέρα παρά μέρα …   Dictionary of Greek

  • ετεροήμερος — ἑτεροήμερος, ον (Α) ετερήμερος, αυτός που γίνεται μέρα παρά μέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + ήμερος (< ημέρα), πρβλ. εφήμερος] …   Dictionary of Greek

  • ημέρα — Χρονική μονάδα που αντιστοιχεί στη διάρκεια μιας πλήρους περιστροφής της Γης γύρω από τον άξονά της. Για τον προσδιορισμό της χρησιμοποιούνται διάφορα φαινόμενα, που κάνουν αντιληπτή την περιστροφική κίνηση της Γης. Ένα από τα φαινόμενα αυτά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.